Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Η ιστορία του χωριού Πατρίδα


1878 από την Κασταμονή…του Πόντου στο Ταχτάγραν του Καυκάσου
Οι Έλληνες του Πόντου, μετά την ήττα της Ρωσίας στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο στα 1878, φοβούμενοι αντίποινα των Τούρκων αφήνουν τα ιερά χώματά τους όπου έζησαν οι πρόγονοί τους πάνω από 2500 χρόνια και αναζητούν μια νέα Πατρίδα, ανατολικότερα, σε ρωσικό έδαφος.
Η Ρωσία φυσικά δέχεται να αποικήσουν τα σύνορά της στο νοτιοδυτικό τμήμα της μιας και είναι ομόδοξη. Έτσι, οι πρώτοι μετανάστες άρχισαν να φτάνουν στην περιφέρεια του Καρς στα τέλη του καλοκαιριού του 1878.
Τότε λοιπόν οι δικοί μας παππούδες φεύγουν από την Κασταμονή, Ορντού, Τοκάτ, Αργυρούπολη και το Εϊρέπ του Πόντου για να κατοικήσουν στο χωριό Ταχτά-γραν της επαρχίας Κιόλιας του Καρς.
Αρχές του φθινοπώρου το χωριό Ταχτάγραν γέμισε Ελληνισμό (ο πληθυσμός του χωριού έφτανε τα 524 ΆΤΟΜΑ). Οι δυσκολίες, βέβαια που είχαν να αντιμετωπίσουν, ήταν τεράστιες και ο χειμώνας του Καυκάσου πολύ βαρύς και δύσκολος, σύντομα όμως θα τα καταφέρουν να βάλουν τη ζωή τους σε μια σειρά..
Άφοβοι, υπομονετικοί και φιλόπονοι, γνωρίσματα που φέρουν κληρονομιά από ένα μακρινό παρελθόν, καταφέρνουν να στήσουν απ’ αρχή το σπιτικό τους, την εκκλησία τους, το σχολείο τους. Δέθηκαν σύντομα με το νέο τόπο τους, αγάπησαν τη γη και τα βουνά του Καυκάσου.
Έτσι το Καρς, γέμισε Ελληνισμό και ο 56,000 Έλληνες πιστοί στον όρκο τους προς τη μητρόπολή τους μετέφεραν τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα, τη γλώσσα, την ίδια την Ελλάδα ένα βήμα ανατολικότερα.

1918 από το Ταχτάγραν στο Βατούμ για να πάρουν το καράβι

Σαράντα χρόνια δημιουργίας, προκοπής και ανάπτυξης σ’ αυτόν εδώ τον τόπο και μια δεύτερη εξορία ετοίμασαν για τους παππούδες μας οι «Τρανοί».
Βρισκόμαστε στις αρχές του 1918 και η αγωνία κορυφώνεται. Οι Καρσλήδες  φοβούνται . Οι Τούρκοι πλησιάζουν στα χωριά τους. Μέσα στην ατμόσφαιρα αυτή που μύριζε μπαρούτι και φωτιά βρέθηκε και το χωριό Ταχτά-γραν. Στη δύσκολη αυτή στιγμή έπρεπε να πάρουν μια απόφαση… Αν έμεναν, κανείς δεν θα τους βοηθούσε.
Και το αποφάσισαν: «Μόνον η Ελλάδα αναμέν μας». Θα φύγουν για την Ελλάδα. Όμως η Ποντιακή Λεβέντικη Καρδιά δεν επιτρέπει τις ηττοπάθειες και τις προσβολές, θα μείνει να δώσει και την ύστατη μάχη και θα καταφέρει να πληγώσει τον εχθρό.
Μέσα σε κλάματα, θρήνους και μοιρολόγια «Ν’ αϊλί εμάς και βάι εμάς πάρθεν η Ρωμανία» αφήνουν τη γη, που τόσο αγάπησαν για να ξεκινήσουν μια βασανιστική πορεία, αυτή τη φορά βόρεια, ώσπου να βρουν μια έξοδο που θα τους φέρει πιο κοντά στην Ελλάδα, όπως τότε (το 401 π.Χ με την επιστροφή των «Μυρίων» και το «Θάλαττα Θάλαττα» που ακούστηκε πάνω στα ίδια βουνά.) κάποιοι άλλοι Έλληνες έψαχναν να βρουν το δικό τους δρόμο για τη θάλασσα.
Τα 13 ελληνικά χωριά της επαρχίας Κιόλιας ανηφορίζουν, οι βοϊδάμαξες αγκομαχούν κάτω απ’ το βάρος της δυστυχίας που φέρουν…
Μετά από μια εξοντωτική, μαρτυρική πορεία έφτασαν επιτέλους στη θάλασσα.
Στο λιμάνι του Βατούμ είχαν μπαρκάρει δύο ελληνικά καράβια, το «Κωνσταντίνος» και το «Χίος» για να φορτώσει τους πρώτους πρόσφυγες της περιφέρειας του Καρς. Στο λιμάνι έγινε τότε ένας ασυνήθιστος θόρυβος, μια φασαρία, καθώς κάποιοι νεαροί (αυτοί οι νεαροί ήταν οι παππούδες μας από το Ταχτά-γραν, που καθώς δεν άντεξαν να αφήσουν στους Μουσουλμάνους την μεγάλη καμπάνα, «την καμπάνα τη Καρσί» γύρισαν πίσω με χίλιους δυο κινδύνους, την πήραν και την έφεραν στην Ελλάδα) φώναζαν δυνατά, έσπρωχναν τον κόσμο για να ανεβάσουν στο πλοίο μια μπρούτζινη τεράστια καμπάνα(η καμπάνα του Καρς εθεωρείτο η μεγαλύτερη καμπάνα της Ορθοδοξίας, ζύγιζε περίπου δυο τόνους και ακουγόταν και στα δεκατρία χωριά της επαρχίας Κιόλιας).
Τα πλοία ανοίχτηκαν στη Μαύρη Θάλασσα… «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΦΥΓΑΝ». Η ιστορία σαράντα χρόνων, τελείωσε τόσο άδοξα για τους Έλληνες της περιφέρειας του Καρς που όσο ζούσαν εκεί αναδείχτηκε σε σπουδαίο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο.
1920 από το Βατούμ στην Ελλάδα
 Σε κάποιο κατάστρωμα πεταμένοι κατάχαμα γέροι, γυναίκες, άντρες και παιδιά, οι δικοί μας, απομεινάρια μιας άλλης ζωής επιστρέφουν στην Ελλάδα.
Κοιμούνται χάμω και χιλιάδες ερωτηματικά βαραίνουν τις σκέψεις τους, οι εφιάλτες τους ζώνουν στον ύπνο και τρέχουν, όλο τρέχουν από τον ίδιο εχθρό.
Ο εχθρός βέβαια, τώρα βρίσκεται πίσω τους και σιγά-σιγά απομακρύνονται από αυτόν, όσο για τις κακουχίες που μέλλονται και όλα τα απρόοπτα που θα συμβούν αργούν ακόμα.
Εκείνος όμως που δεν αργεί και χτυπά σε ανύποπτο χρόνο και τόπο είναι ο χάρος. Γυρίζει από κατάστρωμα σε κατάστρωμα, βρίσκει εύκολα θύματα, οργανισμούς εξασθενημένους από τις αρρώστιες, την πείνα και την δίψα και παραδίδονται εύκολα χωρίς αντίσταση στου χάρου τα δόντια και από εκεί πετιούνται στη Μαύρη Θάλασσα.
Το καράβι πλέει δυτικά. Η οδύσσεια θα πάρει τέλος το Δεκέμβρη του 1920 για να αρχίσουν οι παππούδες μας πάλι μια νέα οδύσσεια, ένα άλλο ταξίδι που τους επιφυλάσσει η μοίρα.

1920 Δεκέμβριος  στο Καράμπουρνου-Θεσσαλονίκης
Τα βαπόρια μπήκαν σφυρίζοντας στο Θερμαϊκό.
Συγκινημένοι οι πρόσφυγες καθώς κατεβαίνουν από το καράβι σκύβουν και φιλούν το ελληνικό χώμα και συγκινημένοι προχωρούν προς την έξοδο του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Απ’ το λιμάνι οι δικοί μας οδηγήθηκαν στις στρατιωτικές παράγκες του Καράμπουρνου, δίπλα στη θάλασσα. Εδώ το δράμα της προσφυγιάς αποκορυφώθηκε. Παρ’ όλα τα υγειονομικά έργα και τις καραντίνες που επιβλήθηκαν, οι δικοί μας δεν άντεξαν και λύγισαν και οι θέρμες θέρισαν τις ασθενικές σάρκες που ήταν εξαντλημένες. Από τις 750 ψυχές απόμειναν ζωντανές οι 400.
Και οι μήνες πέρασαν, μπήκαμε στην άνοιξη του 1921 και η αποκατάσταση των προσφύγων αργούσε. Τότε ο πιο τολμηρός, ο πιο άτρωτος, ο πατέρας όλων των ξεριζωμένων του χωριού Ταχτά-γραν, ο Ευστάθιος Χωραφάς έδωσε το σύνθημα να βγουν πιο έξω απ’ αυτόν τον τόπο που μύριζε θανατικό και να αναζητήσουν νέο τόπο. Βάδισαν την Μακεδονική γη δυτικά και είτε από ένστικτο, είτε από τύχη ανακάλυψαν ένα πανέμορφο χωριό με πολλά νερά και πλούσια γη. Το Τουρκοχώρι…

1921 καλοκαίρι στη Πατρίδα Βέροιας

Είναι καλοκαίρι του 1921 και οι τετρακόσιες τυραννισμένες ψυχές οδεύουν για τη ΝΕΑ ΠΑΤΡΙΔΑ. Περνούν μέσα από κατοικημένα χωριά, άλλοι τους αποδέχονται με χαρά, τους δροσίζουν και τους ξεκουράζουν με λόγια αγάπης και άλλοι τους κοιτούν με μίσος, φοβούμενοι ότι αυτοί οι πρόσφυγες έρχονται να του πάρουν τη γη τους, το ψωμί τους. Σε τι πλάνη όμως έπεσαν, θα το αντιληφθούν αργότερα.
Αργά οι δικοί μας προχωρούν, διασχίζουν με τα κάρα το μακεδονικό κάμπο και να που φτάνουν στο τέρμα του ταξιδιού τους, στη ΝΕΑ ΠΑΤΡΙΔΑ. Τραβούν με τα κάρα στο πιο ψηλό σημείο του χωριού, μες στην αγκαλιά του βουνού για να στήσουν το πρόχειρο νοικοκυριό τους. Πέφτουν να ξεκουραστούν ενώ χιλιάδες σκέψεις και ερωτηματικά τρυπούν το μυαλό τους: «Άραγε ο τόπος είναι το τέρμα ή θα πρέπει να ετοιμάσουν τα κάρα για άλλη περιπλάνηση;».
Στο πρώτο φως της ημέρας ετοιμάστηκαν οι πρώτες ομάδες για την αναγνώριση του τόπου. Βλέπουν γύρω τα δασώδη βουνά και παραβούνια του Βερμίου και καθώς κατηφορίζουν τα έκπληκτα μάτια τους αντικρίζουν μια εκκλησία ίδια με τη δική τους! (η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής που ήδη υπήρχε στο χωριό, όταν έφτασαν οι δικοί μας, προσδιορίζεται ότι χτίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα. Στο χωριό αυτό φυλάγονται πολλά ιερά κειμήλια και εικόνες που έφεραν οι παππούδες μας από την εκκλησία της Παναγίας στο Ταχτά-γραν). Αυτό ήταν ένα πολύ θετικό στοιχείο για την εγκατάστασή τους, μιας και οι παππούδες μας με όλα τα βάσανά τους διατήρησαν την πίστη τους ακέραιη τόσους αιώνες.
Ανταμώνουν με τις λίγες οικογένειες εντόπιων, Καραγιουβάνη Αντώνη, Ψιλόπουλο Θωμά, Ψιλόπουλου Γεωργίου, Καραντίνα Κώστα και Μπάτσιου Λάμπρου, απ’ τις οποίες πληροφορούνται ότι οι Τούρκοι εγκατέλειψαν το χωριό από χρόνια και πως μόνο μερικά απομεινάρια Τούρκων έχουν μείνει, περίπου έξι οικογένειες που βοηθούν και υπηρετούν το Μαρά μπέη στο κονάκι και στα κτήματά του.
Οι πληροφορίες  που τους δίνουν οι άνθρωποι που αντάμωσαν, δείχνουν να τους ενθαρρύνουν, ο τόπος τους μαγεύει, φαίνεται ευλογημένος πάνω στην ώρα της καρποφορίας, και αυτοί τόσο αγαπημένοι και δεμένοι μεταξύ τους που σύντομα θα ξεκινήσουν, ακουμπώντας ο ένας πλάι στον άλλο, την ανοικοδόμηση της νέας τους ζωής απ’ το τίποτα. Φαίνονται ευχαριστημένοι και τα μαραμένα χείλη τους χαμογελούν για πρώτη φορά ύστερα από ένα χρόνο περιπλάνησης και αγωνίας.
Επιτέλους, ήρθε η ώρα να ξεκουραστούν και να βάλουν τη ζωή τους σε μια σειρά…

Στα 1926 κάνουν τον πρώτο γεωργικό συνεταιρισμό. Λίγα χρόνια αργότερα, τολμηροί και υπακούοντας τους υποδείξεις των γεωπόνων, ( φυτεύουν ροδακινιές ) εισάγουν την καλλιέργεια τους ροδακινιάς, που αν δουλευτεί σωστά θα αποφέρει μεγάλα κέρδη, μιας και τα εδάφη δείχνουν να έχουν την κατάλληλη χημική σύσταση για να ευδοκιμήσει το δέντρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου